maintien

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

maintien (fr) αρσενικό

Il a un maintien noble. Έχει συμπεριφορά ενός ευγενή.
N'avoir point de maintien. Φέρομαι αδέξια, αμήχανα.
Le maintien de l'ordre. Η διατήρηση της κοινής τάξης.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: maintenir

Αντώνυμα[επεξεργασία]