Μετάβαση στο περιεχόμενο

make fun of

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
make fun of <  δείτε τις λέξεις make, fun και of

Έκφραση

[επεξεργασία]

make fun of (en)

  • Lua error in Module:labels at line 98: attempt to index field '?' (a nil value). κοροϊδεύω, υπερτονίζω τα αρνητικά ή ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάποιου για να προκαλέσω σε βάρος του γέλια ή σχόλια
    παράδειγμα  I feel like you’re making fun of me.
    Αισθάνομαι ότι με κοροϊδεύεις.