make the grade
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | make the grade |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | makes the grade |
| αόριστος | made the grade |
| παθητική μετοχή | made the grade |
| ενεργητική μετοχή | making the grade |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]make the grade (en)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- make the grade - Cambridge Dictionary online
- make the grade - Merriam–Webster Online Dictionary (μονόγλωσσο λεξικό, αγγλικά, από το 1828)
- make the grade - lexico.com. Συνεργασία των Dictionary.com & Oxford University Press, μονόγλωσσο αγγλικό λεξικό © 2019-2022