make up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ενεστώτας make up
γ΄ ενικό ενεστώτα makes up
αόριστος made up
παθητική μετοχή made up
ενεργητική μετοχή making up

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
make up < → δείτε τις λέξεις make και up

make up (en)

  1. μακιγιάρω
    She was heavily made up.
    Ήταν πολύ μακιγιαρισμένη.
  2. συγκροτώ, συνθέτω, αποτελώ, παρασκευάζομαι
    What are the qualities that make up Hamlet's character?
    Ποιες είναι οι ιδιότητες που συγκροτούν/συνθέτουν τον χαρακτήρα του Άμλετ.
    All animal bodies are made up of cells.
    Τα σώματα όλων των ζώων αποτελούνται από κύτταρα.
    There are fifty states that make up the United States.
    Υπάρχουν πενήντα πολιτείες που αποτελούν τις Ηνωμένες Πολιτείες.
    Our products are made up of purely eco-friendly materials.
    Τα προϊόντα μας παρασκευάζονται αμιγώς από οικολογικά υλικά.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη compose
  3. επινοώ, βγάζω κάτι από το κεφάλι μου
    She made up the story/the excuse.
    Επινόησε την ιστορία/την δικαιολογία.
    You made all of this up!
    Από το κεφάλι σου τα 'βγαλες όλα αυτά!
  4. ετοιμάζω ένα κρεβάτι για χρήση
    I will make up the bed for you.
    Θα ετοιμάσω το κρεβάτι σου.