maléfique

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

maléfique < λατινική maleficus

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
maléfique maléfiques

maléfique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κακόβουλος
  2. κακοποιός
    les esprits maléfiques - τα κακοποιά πνεύματα