malŝati

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

malŝati < mal + ŝat- + -i

Ρήμα[επεξεργασία]

ρήμα malŝati
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας malŝatas malŝatanta malŝatata
αόριστος malŝatis malŝatinta malŝatita
μέλλοντας malŝatos malŝatonta malŝatota
υποθετική malŝatus - -
προστακτική malŝatu - -

malŝati (eo)

  1. απεχθάνομαι, αηδιάζω, περιφρονώ