Μετάβαση στο περιεχόμενο

malaltiĝi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]
ρήμα malaltiĝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας malaltiĝas malaltiĝanta malaltiĝata
αόριστος malaltiĝis malaltiĝinta malaltiĝita
μέλλοντας malaltiĝos malaltiĝonta malaltiĝota
υποθετική malaltiĝus - -
προστακτική malaltiĝu - -

malaltiĝi (eo)

la nombro malaltiĝis, ο αριθμός μειώθηκε/ελαττώθηκε/κατέβηκε