malhabile

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
malhabile < mal + habile

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ma.la.bil/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
malhabile malhabiles

malhabile (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]