malkovro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
malkovro < mal.kovr + -o

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική malkovro malkovroj
αιτιατική malkovron malkovrojn

malkovro (eo)

arĥeologia malkovro
αρχαιολογική ανακάλυψη