mallonga

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

mallonga < mal.long + -a

Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική mallonga mallongaj
αιτιατική mallongan mallongajn

mallonga (eo)

  1. κοντινός
  2. μικρός, κοντός, σύντομος
    la teksto estas mallonga, το κείμενο είναι μικρό

Αντώνυμα[επεξεργασία]