malrapidiĝo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

malrapidiĝo < mal- + rapid- + -iĝ- + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική malrapidiĝo malrapidiĝoj
αιτιατική malrapidiĝon malrapidiĝojn

malrapidiĝo (eo)

ni devas alfronti defiojn pri malrapidiĝo de ekonomio
πρέπει να αντιμετωπίσουμε προκλήσεις που αφορούν την ύφεση της οικονομίας