malriĉa

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

malriĉa < mal (στερητικό) + richa (πλούσιος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική malriĉa malriĉaj
αιτιατική malriĉan malriĉajn

malriĉa (eo)

la plej malriĉaj landoj - τα πιο φτωχά κράτη

Γράφεται επίσης[επεξεργασία]