mammella

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

mammella < λατινική mamilla

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mammella mammelle

mammella (it)

  1. (ανατομία) το γυναικείο στήθος