Μετάβαση στο περιεχόμενο

mamsuĉi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mamsuĉi < mam- + suĉi
ρήμα mamsuĉi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας mamsuĉas mamsuĉanta mamsuĉata
αόριστος mamsuĉis mamsuĉinta mamsuĉita
μέλλοντας mamsuĉos mamsuĉonta mamsuĉota
υποθετική mamsuĉus - -
προστακτική mamsuĉu - -

mamsuĉi (eo)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

mamsucxi, mamsuchi, mamsuc'i