manĝinta

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

manĝinta

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

manĝinta (eo)

  • αόριστος της επιθετικής ενεργητικής μετοχής του ρήματος manĝi