mandat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mandat (pl) αρσενικό

  1. το πρόστιμο
  2. η θητεία
  3. το ένταλμα