Μετάβαση στο περιεχόμενο

mandria

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mandria mandrie

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mandria < λατινική mandra < αρχαία ελληνική μάνδρα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈman.drja/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mandria (it) θηλυκό

  1. αγέλη, κοπάδι
  2. (μειωτικό) η μάζα, το πλήθος ανθρώπων