manhã

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
manhã manhãs

manhã (pt) θηλυκό

  1. το πρωί

Εκφράσεις[]

  • de manhã - το πρωί, (αύριο) το πρωί