Μετάβαση στο περιεχόμενο

maniaque

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
maniaque maniaques

Επίθετο

[επεξεργασία]

maniaque (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. μανιακός, τρελός
  2. μανιακός, παθιασμένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]