manifester

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

manifester < λατινική manifestare

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ni.fɛs.te/
manifester 

Ρήμα[επεξεργασία]

manifester (fr) (μεταβατικό)

Dieu a manifesté son pouvoir.
Manifester sa pensée, ses sentiments, son désir, sa volonté.
Manifester son génie, son talent, par quelque production remarquable.

(αμετάβατο)

La police ne permit pas de manifester.
On va manifester contre la réduction des avantages acquis.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]