Μετάβαση στο περιεχόμενο

manly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
manly < man + -ly

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός manly
συγκριτικός manlier
υπερθετικός manliest

manly (en)

  • αντρίκειος, αρρενωπός, ανδροπρεπής, που έχει τα χαρακτηριστικά ή τα σωματικά γνωρίσματα που θαυμάζονται ή θεωρούνται αναμενόμενα σε έναν άντρα
    παράδειγμα  He had a manly handshake.
    Έκανε μια αντρίκεια χειραψία.
    παράδειγμα  What he did was not manly.
    Αυτό που έκανε δεν ήταν αντρίκειο.
    παράδειγμα  He looked so manly in his uniform.
    Έδειχνε τόσο αντρίκειος με τη στολή του.
    παράδειγμα  His voice was deep and manly.
    Η φωνή του ήταν βαθιά και αρρενωπή.
    παράδειγμα  He had manly shoulders.
    Είχε αρρενωποί ώμοι.
    παράδειγμα  He showed a manly attitude toward difficulties.
    Έδειξε ανδροπρεπή στάση απέναντι στις δυσκολίες.
     συνώνυμα:  masculine
     αντώνυμα: girly