manly
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | manly |
| συγκριτικός | manlier |
| υπερθετικός | manliest |
manly (en)
- αντρίκειος, αρρενωπός, ανδροπρεπής, που έχει τα χαρακτηριστικά ή τα σωματικά γνωρίσματα που θαυμάζονται ή θεωρούνται αναμενόμενα σε έναν άντρα
He had a manly handshake.
- Έκανε μια αντρίκεια χειραψία.
What he did was not manly.
- Αυτό που έκανε δεν ήταν αντρίκειο.
He looked so manly in his uniform.
- Έδειχνε τόσο αντρίκειος με τη στολή του.
His voice was deep and manly.
- Η φωνή του ήταν βαθιά και αρρενωπή.
He had manly shoulders.
- Είχε αρρενωποί ώμοι.
He showed a manly attitude toward difficulties.
- Έδειξε ανδροπρεπή στάση απέναντι στις δυσκολίες.
- ≈ συνώνυμα: masculine
- ≠ αντώνυμα: girly