Μετάβαση στο περιεχόμενο

manomètre

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
manomètre manomètres

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

manomètre (fr) αρσενικό