manor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Η λιθόκτιστη γέφυρα της αρχοντικής αγροικίας (αγγλικά: manor) Koluvere, χτισμένη στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, Διαμέρισμα Lääne, Εστονία.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

manor

  1. αγροτική έπαυλη-αρχοντικό μέσα σε κτήμα γης
  2. περιοχή εποπτείας αστυνομικού τμήματος