mantra

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mantra mantras

mantra (fr) αρσενικό

  1. (θρησκεία) μάντρα
    • επανάληψη ιερών λόγων
    • (μεταφορικά) το να επαναλαμβάνει κάποιος συνεχώς το ίδιο (αρνητική σημασία)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mantra (pl)

  1. μάντρα