manufacturing
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]manufacturing (en) (μη μετρήσιμο)
- η βιομηχανία, η επιχείρηση παραγωγής προϊόντων σε μεγάλες ποσότητες σε εργοστάσια κτλ.
There has been a shift in emphasis from manufacturing to service industries.
- Υπήρξε μετατόπιση της έμφασης από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες.
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]manufacturing (en)