Μετάβαση στο περιεχόμενο

manufacturing

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

manufacturing (en) (μη μετρήσιμο)

  • η βιομηχανία, η επιχείρηση παραγωγής προϊόντων σε μεγάλες ποσότητες σε εργοστάσια κτλ.
    παράδειγμα  There has been a shift in emphasis from manufacturing to service industries.
    Υπήρξε μετατόπιση της έμφασης από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

manufacturing (en)