Μετάβαση στο περιεχόμενο

maréchalerie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
maréchalerie maréchaleries

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

maréchalerie (fr) θηλυκό