marchandage
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| marchandage | marchandages |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]marchandage (fr) αρσενικό
- η διαπραγμάτευση, το παζάρι, το παζάρεμα
| ενικός | πληθυντικός |
| marchandage | marchandages |
marchandage (fr) αρσενικό