Μετάβαση στο περιεχόμενο

marginal

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός marginal
συγκριτικός more marginal
υπερθετικός most marginal

marginal (en)

  1. ελάχιστος, περιορισμένος, μικρός και ασήμαντος
    παράδειγμα  They expect only a marginal improvement in weather conditions.
    Περιμένουν μόνο μια ελάχιστη βελτίωση στις καιρικές συνθήκες.
    παράδειγμα  The difference between the two estimates is marginal.
    Η διαφορά ανάμεσα στις δύο εκτιμήσεις είναι ελάχιστη.
    παράδειγμα  The story will only be of marginal interest to our readers.
    Η ιστορία θα έχει μόνο περιορισμένο ενδιαφέρον για τους αναγνώστες μας.
  2. (χωρίς παραθετικά, οικονομία) οριακός, για κόστη και οφέλη που αφορούν ή προκύπτουν από μικρές μεταβολές
    παράδειγμα  His effective tax rate was 18%, even though his marginal tax rate was 24%.
    Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής του ήταν 18%, παρόλο που ο οριακός φορολογικός συντελεστής του ήταν 24%.
  3. (χωρίς παραθετικά, μόνο πριν από το ουσιαστικό) γραμμένος στο περιθώριο μιας σελίδας
    παράδειγμα  There were more marginal notes than text.
    Οι σημειώσεις στο περιθώριο ήταν περισσότερες από το ίδιο το κείμενο.
  4. (κυρίως στο ΗΒ και την Αυστραλία) για μια εκλογική περιφέρεια όπου το αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί οριακά από μια μικρή διαφορά ψήφων



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
marginal < λατινική margo (γενική: marginis)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /maʁ.ʒi.nal/

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό marginal marginaux
θηλυκό marginale marginales

marginal (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 δείτε τη λέξη  marge