marginalement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

marginalement < marginal

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /maʁ.ʒi.nal.mɑ̃/

Open book 01.svg Επίρρημα[]

marginalement (fr)

L'entreprise a baissé marginalement ses objectifs pour l'année en cours. Η εταιρεία χαμήλωσε περιθωριακά τους στόχους της για το παρόν έτος.
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: complémentairement, secondairement

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: marge

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]