marne

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
marne marnes

marne (fr) θηλυκό

  1. χώμα που προέρχεται από τα ποτάμια, πλούσιο σε θρεπτικά υλικά και κατάλληλο για τη γεωργία


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]