marshmallow

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

(1)
(2)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

marshmallow < marsh +‎ mallow (αγγλοσαξονικά merscmealwe)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɑːʃˈmæləʊ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

marshmallow (en)

  1. (βοτανική) αλθαία (althaea officinalis), δενδρομολόχα
  2. (γαστρονομία) είδος ζαχαρωτού από ζάχαρη, σιρόπι καλαμποκιού, αραβικό κόμμι και αρωματικές ουσίες
  3. (μεταφορικά) ήπιος, καλοκάγαθος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • Stanford marshmallow experiment[1]