Μετάβαση στο περιεχόμενο

mascarade

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mascarade mascarades

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mascarade (fr) θηλυκό