Μετάβαση στο περιεχόμενο

masculine

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός masculine
συγκριτικός more masculine
υπερθετικός most masculine

masculine (en)

  1. αρρενωπός, ανδροπρεπής, που έχει τα χαρακτηριστικά ή την εμφάνιση που θεωρούνται τυπικά των ανδρών· που συνδέεται με τους άνδρες ή μοιάζει με αυτούς
    παράδειγμα  He was handsome and strong, and very masculine.
    Ήταν όμορφος και δυνατός, και πολύ αρρενωπός.
    παράδειγμα  He showed a manly attitude towards difficulties.
    Έδειξε ανδροπρεπή στάση απέναντι στις δυσκολίες.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη manly
     αντώνυμα: feminine
  2. (γραμματική) αρσενικός
    παράδειγμα  Ήλιος (in Greek) is a masculine gender noun.
    Ο ήλιος είναι όνομα αρσενικού γένους.
    παράδειγμα  A female ελέφαντας (grammatically) has a masculine gender but is female in sex.
    Ο θηλυκός ελέφαντας είναι αρσενικού γένους και θηλυκού φύλου.
    παράδειγμα  Wolf/table are masculine (nouns).
    Ο λύκος/ο πίνακας είναι αρσενικά.
    συγκρίνετε με τα:  feminine και neuter