masculine
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | masculine |
| συγκριτικός | more masculine |
| υπερθετικός | most masculine |
masculine (en)
- αρρενωπός, ανδροπρεπής, που έχει τα χαρακτηριστικά ή την εμφάνιση που θεωρούνται τυπικά των ανδρών· που συνδέεται με τους άνδρες ή μοιάζει με αυτούς
- (γραμματική) αρσενικός
Ήλιος (in Greek) is a masculine gender noun.
- Ο ήλιος είναι όνομα αρσενικού γένους.
A female ελέφαντας (grammatically) has a masculine gender but is female in sex.
- Ο θηλυκός ελέφαντας είναι αρσενικού γένους και θηλυκού φύλου.
Wolf/table are masculine (nouns).
- Ο λύκος/ο πίνακας είναι αρσενικά.
- συγκρίνετε με τα: feminine και neuter