master

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

master (en)

  1. o κύριος, ο κυρίαρχος, το αφεντικό
  2. ο μάστορας, ο έμπειρος ειδικευμένος τεχνίτης που διδάσκει τους μαθητευόμενούς του
  3. o αριστοτέχνης

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

master (en)

  1. ειδικεύομαι σε κάτι, τελειοποιώ κάτι
  2. ελέγχω, θέτω υπό τον έλεγχο μου