Μετάβαση στο περιεχόμενο

masturbarse

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mas.t̪uɾˈβ̞aɾ.se/
τυπογραφικός συλλαβισμός: masturbarse

masturbarse (es), ενεστ.: me masturbo, αορ.: me masturbé, μετοχή: masturbado