Μετάβαση στο περιεχόμενο

matérielle

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
matérielle matérielles

matérielle (fr)