mausolée
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mausolée | mausolées |
mausolée (fr) αρσενικό
- το μαυσωλείο
| ενικός | πληθυντικός |
| mausolée | mausolées |
mausolée (fr) αρσενικό