max

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

max (fr)

  1. (οικείο) « το πολύ », μάξιμουμ

Συνώνυμα[επεξεργασία]