maxilla

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  • maxilla < λατ. maxilla, υποκοριστικό του mala (la).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Τα οστά του προσωπικού κρανίου στα αγγλικά.

maxilla (en) (πληθυντικός maxillae ή maxillas)

Η άνω γνάθος: καθένα από τα δύο οστά που συναποτελούν την άνω σιαγώνα.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]