mea culpa
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]mea culpa
- (εκκλησιαστικά λατινικά) δικό μου λάθος, λάθος μου, ήμαρτον
- ※ Confíteor Deo omnipoténti et vobis, fratres, quia peccávi nimis cogitatióne, verbo, ópere et omissióne: mea culpa, mea culpa, mea máxima culpa.
Σημειώσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
mea culpa στη Βικιπαίδεια
