Μετάβαση στο περιεχόμενο

medical

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός medical
συγκριτικός more medical
υπερθετικός most medical

Επίθετο

[επεξεργασία]

medical (en) (συνήθως χωρίς παραθετικά και πριν από το ουσιαστικό)

  • ιατρικός
    παράδειγμα  The woman decided to proceed with an abortion for medical reasons.
    Η γυναίκα αποφάσισε να προχωρήσει σε έκτρωση για ιατρικούς λόγους.
    παράδειγμα  Expenses for medical care are deductible from total annual income and are not taxed.
    Οι δαπάνες για ιατρική περίθαλψη εκπίπτουν από το συνολικό ετήσιο εισόδημα και δε φορολογούνται.

Σύνθετα

[επεξεργασία]