Μετάβαση στο περιεχόμενο

mediocre

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός mediocre
συγκριτικός more mediocre
υπερθετικός most mediocre

Επίθετο

[επεξεργασία]

mediocre (en)

  • μέτριος, παρακατιανός, δεν είναι πολύ καλό
    παράδειγμα  mediocre results - μέτρια αποτελέσματα
    παράδειγμα  a mediocre lawyer - παρακατιανός δικηγόρος

Συνώνυμα

[επεξεργασία]