meditate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | meditate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | meditates |
| αόριστος | meditated |
| παθητική μετοχή | meditated |
| ενεργητική μετοχή | meditating |
meditate (en)
- (αμετάβατο) διαλογίζομαι, κάνω διαλογισμό
He is meditating kneeling and with his eyes closed.
- Διαλογίζεται γονατιστός και με κλειστά μάτια.
- (αμετάβατο, επίσημο) διαλογίζομαι, στοχάζομαι, συλλογίζομαι