meeting room
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| meeting room | meeting rooms |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]meeting room (en)
- η αίθουσα συσκέψεων, η αίθουσα συνεδριάσεων
The meeting room is on the third floor.
- Η αίθουσα συσκέψεων είναι στον τρίτο όροφο.
The meeting room is equipped with video conferencing.
- Το αίθουσα συνεδριάσεων είναι εξοπλισμένο με τηλεδιάσκεψη.
- ≈ συνώνυμα: conference room