mein
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /maɪ̯n/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : mein
Αντωνυμία
[επεξεργασία]mein (de)
- μου
- ονομαστική, ενικό, αρσενικό
Das ist mein Hut.
Αυτό είναι το καπέλο μου.
- ονομαστική, ενικό, ουδέτερο
Mein Klavier ist verstimmt.
Το πιάνο μου είναι αποσυντονισμένο.
- αιτιατική, ενικό, ουδέτερο
Simon hat einen Fleck auf mein T-Shirt gemacht.
Ο Σίμον έβαλε μια κηλίδα στο μπλουζάκι μου.
- ονομαστική, ενικό, αρσενικό
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]mein (de)