menajer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

menajer (ro)

  1. οικιακός, σχετικός με το σπίτι
    deșeu menajer - οικιακό απόρριμμα