Μετάβαση στο περιεχόμενο

mentality

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mentality mentalities

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mentality < mental + -ity

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mentality (en)