mentally
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | mentally |
| συγκριτικός | more mentally |
| υπερθετικός | most mentally |
mentally (en)
- ψυχικά, νοερά
They are mentally ill/healthy.
- Είναι ψυχικά άρρωστοι/υγιείς.
You need to prepare yourself mentally.
- Πρέπει να προετοιμαστείς ψυχικά.
He was already mentally at his village.
- Νοερά βρισκόταν ήδη στο χωριό του.
Reading this book, one mentally visits the places through which Marco Polo passed.
- Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό επισκέπτεται κανείς νοερά τα μέρη από τα οποία πέρασε ο Μάρκο Πόλο.