Μετάβαση στο περιεχόμενο

mentonnière

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mentonnière mentonnières

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mentonnière (fr) θηλυκό