Μετάβαση στο περιεχόμενο

merciful

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
merciful < mercy + -ful

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός merciful
συγκριτικός more merciful
υπερθετικός most merciful

merciful (en)

  • ελεήμων, δείχνω έλεος, επιεικής
    παράδειγμα  a merciful God - ελεήμων Θεός
    παράδειγμα  They asked her to be merciful to the prisoners.
    Της ζήτησαν να δείξει έλεος/είναι επιεικής στους κρατούμενους.

Σύνθετα

[επεξεργασία]